Στα κλαρίνα (2)
Κάθε καλοκαίρι με το που τέλειωναν τα σχολεία φορτώναμε το κόκκινο Talbot που στο πίσω τζάμι έγραφε “Αυτοκίνητο της χρονιάς 78/79” και φεύγαμε από το Αγρίνιο για το χωριό του πατέρα μου. Το χωριό είναι κοντά στην θάλασσα και το καλοκαίρι είναι υποφερτό, σε αντίθεση με το Αγρίνιο που θυμίζει κρεματόριο (μιλάμε για κάτι συνδυασμούς υγρασίας και ζέστης που συναντάς μόνο στους δορυφόρους του Δία). Εκεί τον Ιούλιο γίνεται το πανηγύρι το Αϊ Λια και κάποια εποχή (σήμερα όχι) δύο και τρία μαγαζιά είχαν “ζγιές” (ζγιά = ζυγιά = ορχήστρα). Και βέβαια δεν μιλάμε για την ορχήστρα των χρωμάτων, ή για την καμεράτα αλλά για δημοτικές ορχήστρες, κοινώς όργανα, με πολλές φορές κάποια απ’ τα λεγόμενα μεγάλα ονόματα που αναφέρθηκαν στο προηγούμενο post. Όταν έπαιζαν τα όργανα ακούγονταν σε όλο το χωριό, κι όταν έπαιζαν τα όργανα από όλα τα μαγαζιά μαζί, άκουγες ένα πράμα μες την ατονικότητα, αλλά Σκαλκώτα.
Ένα απόγευμα λοιπόν όταν οι μουσικοί κούρδιζαν και έκαναν τις δοκιμές στην μικροφωνική, με έκο πάντα (τα γνωστά έεεεεενα-α-α-α-α, τεστ-τεστ-εστ-στ-τ), ακούω από το σπίτι μου το “Europa” του Santana! Αμέσως καβαλάω το ποδήλατο, μάρκας Rock-Cross το οποίο είχα τίγκα στο αυτοκόλλητο panini με παίχτες του Ολυμπιακού και διακτινίζομαι -τύφλα να ‘χει ο Κερκ- στο πανηγύρι. Εκεί βλέπω έναν τύπο, φυσιογνωμικά γνωστό που έβλεπα αρκετά συχνά στον πλάτανο*, ίδιος ο Santana (μαλλί μακρύ, μουστάκι) προς το πιο… μελαχρινό όμως, να παίζει με μια Gibson ES-335 εξαιρετικά το εν λόγω άσμα. Σχεδόν όλο το βράδυ κάθισα πάνω στο ποδήλατο εκεί στο δρόμο και τον έβλεπα να παίζει δημοτικά και προσπαθούσα να αποτυπώσω τα ακόρντα, τις κινήσεις των χεριών και τα πιασίματα, χωρίς να δίνω και πολύ σημασία στο “υπερθέαμα” που εξελίσσονταν μπροστά στην τσιμεντένια πίστα (τις παρέες να χορεύουν με την σειρά με τα γνωστά νούμερα, την “χαρτούρα”, τις μικροπαρεξηγήσεις κλπ). Στις αφίσες που είχε ο μαγαζάτορας κολλημένες πάνω σε ένα υποτυπώδη φράχτη που είχε φτιάξει με λινάτσα διάβασα ”κιθάρα - Νίκος Μακρυγιώργος”.
Αργότερα τον χειμώνα, με χαρά είδα τον κυρ-Νίκο να ανοίγει ένα μικρό μαγαζάκι με μουσικά όργανα στο Αγρίνιο σε μια στενή πάροδο, το οποίο το έκανα στέκι. Από την μια αγόραζα βιβλία, κασέτες, πένες και χορδές (για μια κλασσική κιθάρα που είχα τότε) τις οποίες έσπαγα με ρυθμό δυο-τρεις στην καθισιά προσπαθώντας να μιμηθώ τον Jimmy Page, κι απ’ την άλλη πήγαινα πολλές φορές έτσι χωρίς λόγο και είτε τον άκουγα να παίζει, είτε να λέει διάφορες ιστορίες για τα πανηγύρια και τα χρόνια που δούλευε στο εξωτερικό και έπαιζε “Τα παιδιά του Πειραιά” στο Βέλγιο και την Γερμανία. Από κει αγόρασα και την πρώτη μου ηλεκτρική κιθάρα μια Squier Bullet (ένα περίεργο και φτηνό κράμα Stratocaster και Telecaster), καθώς και έναν μπαγλαμά ο οποίος ούτε ξέρω που βρίσκεται σήμερα.
Ο κυρ Νίκος ήξερε να διηγείται ωραία. Βέβαια έβαζε και αρκετή σάλτσα (για παράδειγμα έλεγε ότι γνώρισε στην Αμερική προσωπικά τον “γερό-Gibson” ο οποίος του χάρισε μια Les Paul), αλλά και προφανής να ήταν η “μούφα” δεν σε πείραζε καθόλου μιας και ο τρόπος του ήταν απολαυστικός. Από αυτόν άκουσα κάτι που μου άλλαξε την ζωή (τότε μου είχα φανεί πολύ περίεργο και μάλλον το πήρα στραβά, αλλά τώρα τον ευγνωμονώ).
Εκείνη την περίοδο (στα 15-16), ήθελα να γίνω μουσικός. Δεν με ένοιαζε τίποτε άλλο πέραν του πόσο γρήγορα θα ανεβοκατέβαινα τις κλίμακες στην ταστιέρα και πως θα ακουγόμουν σαν τον Garry Moore. Ούτε το λύκειο και τα μαθήματα με ενδιέφεραν, ούτε η προοπτική των σπουδών και γι’ αυτό τσακωνόμουνα συνέχεια με τον πατέρα μου. Μια μέρα λοιπόν ο κυρ-Νίκος αναφερόμενος στον γιό του που ήταν λίγο πιο μικρός από μένα μου είπε το εξής: ”Του λέω να αγαπάει την μουσική και το όργανο όσο μπορεί. Να παίζει για πάρτη του, για το κέφι και για τους φίλους όσο μπορεί, όμως μην βγάλει ποτέ λεφτά απ’ αυτό. Μην το κάνει επάγγελμα… Κι ας μη γίνει επιστήμονας. Ας γίνει ότι θέλει. Μόνο μην συνδέσει την ψυχή, με την τσέπη του.”
Μετά από πολλή σκέψη και με κρύα καρδιά αποφάσισα να ακολουθήσω τα λόγια του, για να τον δω μετά από αρκετά χρόνια να δικαιώνεται στις κουβέντες πολλών φίλων επαγγελματιών μουσικών που για το μεροκάματο αναγκάζονται να παίζουν για τον κάθε σκυλά, την κάθε τσούλα που την έχει δει τραγουδίστρια, καθώς και για διάφορους πυροβολημένους “ποιοτικούς” που νομίζουν πως κάνουν τέχνη. Στις κουβέντες τους, που μόνιμα επανέρχονται στο πως η δουλειά σου στραγγίζει όλη την αγάπη και την όρεξη για το όργανο, στις τενοντίτιδες και τα προβλήματα στην μέση και τα πόδια, στο πώς το αυτί εκπαιδεύεται στον κακό ήχο, στο πώς κάνουν μάγκες τους τραγουδιστές χωρίς αντάλλαγμα. Κακά τα ψέματα, ακόμα και οι κορυφαίοι μουσικοί στην Ελλάδα (ιδίως), δεν αναγνωρίζονται ηθικά και υλικά (μην μιλήσουμε για αμοιβές, συγγενικά δικαιώματα κλπ).
Από τότε που έφυγα από τον Αγρίνιο τον κυρ-Νίκο τον είδα 2-3 φορές όλες κι όλες και λυπήθηκα πολύ όταν έμαθα (σχετικά πρόσφατα) πως πέθανε. Να ‘ναι καλά εκεί που είναι ο άνθρωπός, παρέα με τον γέρο-Gibson, να παίζει το “Europa” και το “Γλυκά λαλούνε τα πουλιά” μοναδικά, έτσι όπως αυτός ξέρει…
* Ο πλάτανος ήταν ένα καφενείο στην κεντρική πλατεία του Αγρινίου όπου σύχναζαν οι καλλιτέχνες και έκλειναν δουλειές.
συνεχίζεται…
στο επόμενο: “Η Δηλητηρίαση”
Σχετικά κείμενα:



Όνομα: Νίκος

Ακόμη κι εγώ η γλωσσού δυσκολεύομαι να σχολιάσω το ποστ αυτό.
Μάλλον επειδή μου άρεσε πολύ.
Ιφιμέδεια
-----
Απορώ, πώς γίνεται κι αυτές οι εμπειρίες δεν σ’ έκαναν πιο πράο και γλυκό ως προς το τί σημαίνει φτιάχνω κάτι. Απορώ που δεν κατάλαβες ότι το ωραίο προκείπτει μονίμως σαν κάτι απρόσμενο, που σχεδόν δεν είσαι άξιος του. Το ωραίο δεν το απαιτείς, σου προσφέρεται. Κάτι σαν δώρο. Απορώ που δεν νοιώθεις ότι και μαλακίες να έπαιζες, τω καιρώ εκείνω (εσύ ή ο κυρ-Νίκος), κάποιοι (μεταξύ τους κι εγω) θα την εύρισκαν. Πολλά τα παιχνίδια (αισθητικού τύπου) που παίζονται εκτός κλίμακος. Πίστεψε με πάντως οι μουσικοί, είτε με τον Μπαχ παίζουν, είτε με τον Φόγκερτυ, θα παραπονιούνται μονίμως. Λογικό, αν σκεφτείς ότι την αγάπη που έδειξαν στο όργανο, την καρπώνονται διαρκώς άλλοι.... προς όφελος των ακροατών. Με λεφτά ή χωρίς λεφτά, ας είσαι πάντα έτοιμος να αρπάξεις την ευκαιρία να δημιουργήσεις κάτι καλό ή να συμφιλιωθείς με την ιδέα ότι ίσως αυτή η ευκαιρία δεν θα σου δωθεί ποτέ.
*
Η εισαγωγή του κειμένου μου φαίνεται εξαιρετικά ποιητική. Αυτό το “αυτοκίνητο της χρονιάς 78/79” που κινείται σε σκονισμένους επαρχιακούς δρόμους ανασύρει και μια δικιά μου εποχή. (Στους ίδιους ακριβώς δρόμους για την ακρίβεια.)
Άσχετο με το θέμα: στο ένθετο “Πολιτισμός” του Αγγελιοφόρου της Κυριακής, η στήλη Minimalia ξεκινάει εβδομαδιαίο blog-link με πρώτη πρόταση το varometro ("ένα από τα παλιά και καλά")