Στα κλαρίνα (3)

Το καλοκαίρι που γίνονται τα πανηγύρια στην ευρύτερη περιοχή του Αγρινίου οι αγρότες (το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού) ασχολούνται με το μάζεμα του καπνού. Ο καπνός πριν από λίγα χρόνια αποτελούσε την κινητήρια δύναμη της οικονομίας της Ελλάδας και αν θυμάμαι καλά την δεκαετία του ‘60 το 50% των εξαγωγών (κι όμως, υπήρχε εποχή που κάναμε εξαγωγές…) αφορούσε τον καπνό και τα προϊόντα του. Σήμερα τα πράγματα βέβαια είναι πολύ διαφορετικά. Οι Ευρωπαϊκές κατευθύνσεις που θέλουν την εξαφάνιση των μικρών και των μεσαίων αγροτών και την δημιουργία μεγάλου κεφαλαίου στην αγροτική παραγωγή, αλλά και η αντικαπνιστική εκστρατεία υπό το πρίσμα της “προστασία της δημόσιας υγείας” (αυτό το λένε οι ίδιοι που ενοχοποιούνται για τις διοξίνες, τις τρελές αγελάδες, τα μεταλλαγμένα κλπ), έχουν συρρικνώσει την παραγωγή του καπνού και οι αγρότες καλούνται να στραφούν σε άλλες “εναλλακτικές” λέει καλλιέργειες (ας πάνε αυτοί στο Ξηρόμερο να φυτέψουν τουλίπες).

Οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων και του καπνού είναι σχέσεις στοργής και μίσους. Δηλαδή από την μια ο καπνός τους δίνει ζωή, από την άλλη αποτελεί μια πολύ κοπιαστική και χρονοβόρα εργασία, δυσάρεστη ιδίως για τα παιδιά των αγροτών που αντί να παίζουν και να κάνουν μπάνια το καλοκαίρι όπως εμείς οι υπόλοιποι, ήταν αναγκασμένα να δουλεύουν σχεδόν όλη μέρα. Για να καταλάβετε, τα καλοκαίρια συνήθως έκανα προπονήσεις με την ποδοσφαιρική ομάδα του χωριού που προετοιμάζονταν για το τοπικό πρωτάθλημα. Κάποια στιγμή λοιπόν που ο προπονητής (άριστος γνώστης της ψυχολογίας!) έκανε… θεωρία στους αμυντικούς τον ακούω να λέει: “Ου αντίπαλους ίνι σα τ’ καπνόρζα! Μισείς τουν αντίπαλου όπως μισείς τ’ καπνόρζα“.

Το πρώτο μου μεροκάματο το έβγαλα στα 13-14 δουλεύοντας σαν γκαρσόνι στο πανηγύρι του χωρίου (για την ακρίβεια σε ένα από τα πανηγύρια του χωριού). Τότε ήταν της μόδας οι εκπολιτιστικοί και εξωραϊστικοί σύλλογοι. Κάθε χωριό είχε σίγουρα κι από έναν και η αλήθεια είναι πως αποτελούσαν πυρήνες κοινωνικής συσπείρωσης και προσφοράς, που σήμερα λείπουν στις επικρατούσες συνθήκες ερήμωσης της επαρχίας. Εκτός λοιπόν από τους αυτόνομους μαγαζάτορες που φέρνανε όργανα, είτε στην γιορτή του Αϊ Λια είτε τον Δεκαπενταύγουστο, όργανα έφερνε και ο εκπολιτιστικός σύλλογος. Βέβαια υπήρχε μια μικρή διαφοροποίηση. Τι εννοώ… Οι σύλλογοι είχαν δημιουργηθεί και ελέγχονταν κατά κύριο λόγο από αριστερούς, αλλά και Πασόκους της εποχής με μουστάκια (που δεν είχαν καμία σχέση με το σημερινό μεταλλαγμένο είδος Georgakious Eksychronistikous) και εξ’ αιτίας αυτού τόσο το πρόγραμμα, όσο και το γενικό στήσιμο ήταν κατά τι διαφορετικό. Έτσι το υποχρεωτικό για την περιοχή κλαρίνο μπορεί να… ‘σπάγε λίγο με κάνα μπουζουκάκι και το βαρύ δημοτικό με κάνα λαϊκό, ενώ δεν αποκλείονταν στο τσακίρ κέφι να ακούγονταν και κανένας Θεοδωράκης (σε επίπεδο “Δραπετσώνας” όμως και τίποτα παραπάνω).

Μια χρονιά λοιπόν που πρόεδρος του εκπολιτιστικού συλλόγου ήταν ο πατέρας μου, αποφάσισα να δουλέψω σαν γκαρσόνι και για να είμαι κοντά στα όργανα να βλέπω και για να βγάλω κανένα χαρτζιλίκι, αλλά και γιατί για κάποιο λόγο το επάγγελμα του γκαρσονιού εκείνα τα χρόνια ήταν πολύ ψηλά στην εκτίμηση μου(!) και σκέφτηκα ότι θα ήταν καλή ευκαιρία να πουλήσω μούρη σε κάποιες κοπελίτσες που τότε αποτελούσαν την αιτία των πρώτων ερωτικών σκιρτημάτων. Η δουλειά ήταν απλή. Έπαιρνες την παραγγελιά, πήγαινες στα βαρέλια με τον πάγο, έπαιρνες τις μπύρες ή τα αναψυκτικά, πέρναγες από τον… υπεύθυνο ας πούμε ο οποίος τα έγραφε σε ένα τετράδιο και κατέληγες στον πελάτη όπου και πληρωνόσουν.

Τα βαρέλια που όπως καταλαβαίνετε (γεμάτα με πάγο) έπαιζαν το ρόλο του ψυγείου, αποτελούσαν πολύτιμο και μάλλον δυσεύρετο είδος στα χωριά. Κάθε φορά αυτός που οργάνωνε το πανηγύρι έπρεπε να κάνει από πριν το κουμάντο του και να συγκεντρώσει τα αρκετά βαρέλια που χρειάζονταν, κι ήταν συνήθως δανεικά. Δηλαδή έπαιρνε το βαρέλι από κάποιον γνωστό, έκανε την δουλειά του και μετά το επέστρεφε.

Έτσι και ένα από τα δανεικά βαρέλια που συγκεντρώθηκαν εκείνη τη βραδιά εξωτερικά δεν διέφερε από τα άλλα, όμως κανένας δεν πήρε χαμπάρι πως στο εσωτερικό του υπήρχαν κατάλοιπα από φυτοφάρμακο για τον καπνό (μέσα στα βαρέλια διαλύουν με νερό το φυτοφάρμακο και μ’ αυτό ραντίζουν τα φυτά)! Τώρα, αυτός που είχε το βαρέλι δεν έδωσε σημασία (σκεπτόμενος πιθανόν ο άνθρωπος “εδώ δεν σκοτώνει τον βέλιουρα και την μουχρίτσα, θα σκοτώσει τους ανθρώπους;“), αυτός που το παρέλαβε δεν το πρόσεξε ή το ξέχασε, θα σας γελάσω… Γεγονός είναι ότι στο συγκεκριμένο βαρέλι είχε δημιουργηθεί ένα… “περίεργο” παγωμένο κοκτέιλ!

Θα μου πείτε και τι πρόβλημα μπορεί να είχαν οι μπύρες και τα αναψυκτικά μέσα στα κλειστά αλουμινένια κουτιά; Θεωρητικά δεν είχαν πρόβλημα, αλλά έλα που οι πιο πολλοί άνοιγαν το κουτί και έπιναν κατευθείαν από αυτό και όσο να ‘ναι κάποια υπολείμματα από το φυτοφάρμακο μπορεί να υπήρχαν πάνω στο κουτί. Για να μην τα πολυλογώ το αποτέλεσμα ήταν αρκετός κόσμος να πάει στο νεόκτιστο τότε κέντρο υγείας που έκανε σεφτέ, με διάφορες (στομαχικές κυρίως) διαταραχές, χωρίς ευτυχώς κανείς να πάθει κάτι σοβαρό (η ποσότητα του φάρμακου πρέπει να ήταν πολύ μικρή).

Το περίεργο είναι ότι και αρκετοί που ήπιαν από το συγκεκριμένο βαρέλι δεν έπαθαν τίποτα, μεταξύ των οποίων και εγώ, για να επιβεβαιωθεί η ρήση για το κακό σκυλί…

συνεχίζεται…

στο επόμενο: “Τo μαχαίρωμα

Twitter Digg Delicious Stumbleupon Technorati Facebook Email

3 Responses to “Στα κλαρίνα (3)”

  1. Και τωρα για να καταλαβω κι εγω που βρισκομαι σε “blonde moment” το ηθικο δίδαγμα ποιο είναι βρε Νίκο? Οτι οσο και να σε ποτισουμε φυτοφαρμακα δε ψωφάς? Ε καλα μωρέ θα βρουμε άλλο τροπο να σε ξεκάνουμε :-)

  2. Κάτσε ρε Jenny, ίσως τον μαχαιρώσουν στο επόμενο επεισόδιο (αν και απ’ την ώρα που ακόμα γράφει, μάλλον ΟΥΤΕ εκεί έκαναν σωστή δουλειά).

  3. Μπα που να φάτε την γλώσσα σας γρουσούζες!!! :-)

Leave a Reply